αντάρτικο ειδύλλιο

Τσώνης 2 (2)
Πρόκειται για το Γιάννη Τσώνη και τη σύζυγό του Πολυξένη. Εκ των οποίων οΓιάννης έχει περάσει πια στην αιωνιότητα και η κ. Πολυξένη ζει με το μικρότερο γιό της στο Αγρίνιο. Η αξιοπρόσεχτη περιπέτεια της ζωής τους, μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον, ώστε να τους επισκεφθώ πριν από κάποια χρόνια στο σπίτι τους στο Αγρίνιο.
Κατάγονταν, όπως μου είχαν πει, απ’ το ίδιο χωριό, το Μερίκι της Ευρυτανίας. Και, μολαταύτα ίσως ποτέ να μην είχαν προσέξει ο ένας τον άλλο, αν ο μεγάλος σκηνοθέτης της ζωής δεν τους είχε κανονίσει ένα καθοριστικό ραντεβού κάπου εκεί στ’ Άγραφα, μεταξύ Φθιώτιδας και Ευρυτανίας:
–Απ’ τις 2 Μαΐου του ’38, διηγιόταν ο Γιάννης, είχα υπηρετήσει στο στρατό, απ’ όπου και απολύθηκα στις 2 Μαΐου του ’40. Για να με ξανακαλέσουν μόλις ύστερα από τρεις μήνες, στους εφέδρους. Κι έτσι ο πόλεμος του ’40 με βρήκε στο Καλπάκι. Απ’ όπου με τα πόδια φτάσαμε μέχρι το Τεπελένι, μέσα σε τρία μέτρα χιόνι. Έπαθα κρυοπαγήματα. Μου απένειμαν ηθικές αμοιβές, επειδή ήμουνα καλός στρατιώτης και πολεμιστής.
Επειδή όμως στη διάρκεια της Κατοχής ήμουνα οργανωμένος στο ΕΑΜ, το καλοκαίρι του 1946 κάποιοι με χτύπησαν άσχημα. Και γι’ αυτό, προκειμένου ν’ αποφύγω τα χειρότερα, αναγκάστηκα να καταταχτώ στο δημοκρατικό στρατό, όπου υπηρέτησα ως λοχαγός.
Σε κάποια μάχη στη Φθιώτιδα τραυματίστηκα. Με τις φωνές, με άκουσαν απ’ τα διπλανά φυλάκια και η Πολυξένη-η γυναίκα μου-ήταν η πρώτη, που ήρθε και περιποιήθηκε το τραύμα μου. Με πήρε στον ώμο, και με ανέβασε σε ασφαλέστερο σημείο. Και μετά το περιστατικό αυτό χαθήκαμε».
-Εσείς, ρώτησα την κυρία Πολυξένη, πώς βρεθήκατε στο αντάρτικο;
-Εμένα με επιστράτευσαν οι αντάρτες.
-Αν δεν κάνω λάθος, είχατε και σεις τραυματιστεί.
-Βέβαια. Ήμασταν κάπου κοντά στα σύνορα, με το Φλωράκη. Είχαμε αποκλειστεί. Εκεί τραυματίστηκα. Έκατσα 18 μέρες μέσα σε μια σπηλιά. Η σφαίρα είχε διαπεράσει το σαγόνι μου και είχε καταστρέψει τα δόντια μου. Θυμάμαι τα σκουλήκια, που έπεφταν απ’ την πληγή σαν κριθαράκι και γέμιζαν το στόμα μου. Ακόμη σήμερα δεν μπορώ να φάω κριθαράκι.….
-Τελικά τι απογίνατε μετά τον τραυματισμό σας;
-Εγώ ,λέει ο Γιάννης, δύο μήνες παρέμεινα σε μια κρυψώνα μέσα στο δάσος. Εκεί με ανακάλυψε ο στρατός. Σκέφτηκα ότι θα με σκότωναν. Ένας όμως ανθυπολοχαγός, Γιώργος Δεληγιάννης απ’ την Αλεξανδρούπολη -δεν θα ξεχάσω ποτέ το όνομά του: -μου ‘δωσε θάρρος: «Μη φοβάσαι Μη φοβάσαι»! μου φώναζε διαρκώς. Κι όχι μόνο δεν με σκότωσαν, αλλά κυριολεκτικά «με κράτησαν στα χέρια. Έπεσα σε άγιους ανθρώπους…
-Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα και στη δική μου περίπτωση, λέει η κ. Πολυξένη: Ύστερα από λίγο καιρό ανακάλυψαν την κρυψώνα μας και μας συνέλαβαν. Δυο τρεις άντρες, που ήταν τραυματίες, τους σκότωσαν. Έναν άλλο τον έριξαν από μια γέφυρα στο ποτάμι κι έπειτα είπαν σε μένα: «Συναγωνίστρια ο συναγωνιστής πάει για ψάρεμα…».
-Ποια ήταν η οδύσσεια του καθενός σας από δω και πέρα;
-Από δω και πέρα, λέει ο Γιάννης, άρχισε η περιπέτεια των φυλακών: Πέρασα από δυο στρατοδικεία και καταδικάστηκα δεκαεφτά και δώδεκα χρόνια αντίστοιχα. Γιατί, πέραν της κατηγορίας ότι κατατάχτηκα στο δημοκρατικό στρατό, δεν με βάραινε καμιά άλλη. Στη φυλακή κάθισα τρία χρόνια και για το υπόλοιπο της ποινής μου πήρα χάρη.
-Εμένα, λέει η κ. Πολυξένη, μετά τη σύλληψή μου με πήρε ο στρατός και με πήγε στην Άρτα και τελικά στην Αθήνα, όπου πέρασα δυο-τρεις μήνες στο νοσοκομείο. Κι όταν έγινα καλά, πέρασα από στρατοδικείο και αθωώθηκα.
-Τελικά πώς φτάσατε στο γάμο;
-Μετά το περιστατικό του τραυματισμού μου, συνεχίζει ο Γιάννης, χαθήκαμε. Και δεν ήξερα αν η Πολυξένη ζει ή χάθηκε. Και χάρηκα, όταν στις φυλακές της Λαμίας την ξαναείδα. Είπα, λοιπόν, στον πατέρα μου: Θα πάρεις αυτή την κοπέλα στο σπίτι μας. Κι αν γυρίσω στο σπίτι θα την παντρευτώ. Αν δεν γυρίσω, θα την παντρέψεις εσύ, σάμπως να ’ναι κόρη σου. Έτσι κι έγινε. Ο πατέρας μου, όπως του είπα, πήγε και την πήρε και την έφερε στο σπίτι μας, όπου και με περίμενε.
Δυο μέρες μετά την επιστροφή μου έγινε ο γάμος μας. Η ζωή μας από κει και πέρα ήταν, δόξα τω Θεώ, όμορφη και ευτυχισμένη. Έχω δυο γιους-καλά παιδιά -και τέσσερις εγγονές.
Έτσι η οδύσσειά μου, που άρχισε στις δύο Μαΐου του ’38 ύστερα από περιπέτεια δεκατεσσάρων χρόνων, τερματίστηκε στις δύο Μαΐου το ’52, οπότε και γύρισα στο σπίτι μου. Η ημερομηνία δύο Μαΐου κατά ένα μυστηριώδη τρόπο σημάδεψε τους αλλεπάλληλους σταθμούς της 14χρονης οδύσσειάς μου: Στο στρατό, στο αντάρτικο, στη φυλακή, στην επιστροφή στο σπίτι μου….
-Εσάς τους αριστερούς, είπα, σας κατηγορούν για εγκλήματα.
-Εκείνα τα χρόνια είπε ο Γιάννη με τα μεγάλα πάθη και λάθη έγιναν πολλά από αριστερούς και δεξιούς. Και βέβαια κανείς δεν γνωρίζει τι γινόταν στην ώρα της μάχης. Αλλά πέραν αυτού δεν έβλαψα κανέναν. Αντίθετα μάλιστα, όπου μπορούσα, βοηθούσα. Σχεδίαζαν, για παράδειγμα, να σκοτώσουν κάποιους απ’ τη Φραγκίστα Ευρυτανίας. Τους ειδοποίησα και γλίτωσαν και μ’ ευγνωμονούσαν.
– Πώς αντέξατε τις τόσες περιπέτειες;
-Ακούω κάποιους, που μιλούν για το αντάρτικο και χαμογελάω με συγκατάβαση. Γιατί κανείς δεν μπορεί ούτε να φανταστεί πώς αντέξαμε τρεις χειμώνες να κοιμούμαστε πάνω στο χιόνι, μετακινούμενοι ασταμάτητα από τόπο σε τόπο. Μόνο ο Θεός ξέρει πώς κρατηθήκαμε στη ζωή…

https://papailiasyfantis.wordpress.com

http://www.dailymotion.com/papailias6391

papailias6391@gmail.com

Advertisements

Θανατολάγνοι …

εκτελέσεις
Αυτές οι μέρες, είναι μέρες μνήμης. Μνήμης δόξας και οδύνης. Δόξας για το ηρωικό έπος του ’40, αλλά και οδύνης για τα πικρά χρόνια της κατοχής. Με τα τόσα πικρά περιστατικά, που ζήσαμε στην πανανθρώπινη, την πανελλήνια, αλλά και τοπική μας κοινωνία.
Όπως, για παράδειγμα, στο χωριό μας (Σκουτεσιάδα Αιτ/νίας). Με τον γέρο Αριστείδη τον Τσιούμα, που καλούσε, απ’ το αντικρινό βουνό σε βοήθεια το γιο του, το Γιώργο. Γιατί βέβαια, δεν μπορούσε ν’ ακολουθήσει στο βουνό, που είχαμε εμείς κρυφτεί. Και τον άφησαν με την πεποίθηση ότι ήταν αδιανόητο τα τέρατα της άριας φυλής να πειράξουν τον 90χρονο γέροντα.
Ωστόσο οι μεγαλύτεροι έκαμαν σύσκεψη, για να πάει κάποιος να τον συναντήσει. Γιατί, ενώ την πρώτη μέρα φαίνονταν να κάνουν περιπολίες οι Γερμανοί στο βουνό της Τέμπλας, όπου βρισκόταν ο γέρος, την επόμενη και τη μεθεπόμενη δεν ξαναφάνηκαν. Κι επειδή ο γέρος φώναζε όλο και συχνότερα και εντονότερα, αποφάσισαν να πάει ο πατέρας μου.
Ένα μισάωρο, περίπου, μετά την αναχώρησή του, ακούστηκαν πυροβολισμοί. «Τον τουφέκισαν το Μήτσο»! είπαν. Κι ένιωσα τότε θυμάμαι-παιδάκι εφτά χρονών-σαν κάτι να ξεριζώθηκε βαθιά από τα σπλάχνα μου…Αλλά, ύστερα από κάμποση ώρα, επέστρεψε. Και διηγιόταν ξανά και ξανά την περιπέτειά του:
«Ήταν σούρουπο, έλεγε, όταν έφτασα στο σημείο, όπου βρισκόταν ο γέρο-Αριστείδης. Μου ’λεγε πως άκουγε χλιμιντρίσματα αλόγων που βέβαια ήταν, , τα γερμανικά πολυβόλα. Κι ακόμη πως πήγαινε και μέχρι το σπίτι. Κινήσεις, που, όπως φαίνεται, παρακολουθούσαν οι Γερμανοί, αλλά τον άφηναν σαν δόλωμα για τη σύλληψη και κάποιων άλλων…
»Καθώς συνομιλούσαμε, βλέπω στ’ αριστερά μου, κάποιον να ’ρχεται. Αρχικά νόμισα πως ήταν κάποιος συγχωριανός μας. Ξανακοιτάζοντάς τον όμως, συνειδητοποίησα πως ήταν Γερμανός. Σκέφτηκα τότε, πως έτσι κι αλλιώς θα με σκότωναν. Και αποφάσισα πως θα ήταν προτιμότερο να με σκοτώσουν, καθώς θα ’φευγα, παρά να με στήσουν μπροστά σε κάποιο εκτελεστικό απόσπασμα. Και, για να βεβαιωθώ, αν είχα καιρό να φύγω, ξανακοίταξα προς την πλευρά του Γερμανού, που, αντιλαμβανόμενος την πρόθεσή μου, φώναξε επιτακτικά: αλτ!
»Έτρεξα μ’ όλη μου τη δύναμη. Και, καθώς πηδούσα από μια μεγάλη κοτρόνα προς τη μεριά του δάσους, με πυροβόλησε. Η σφαίρα πέρασε ξυστά. Ένιωσα κάψιμο στ’ αυτί μου, αλλά δεν με τραυμάτισε. Ήρθαν κι άλλοι στο σημείο, που είχα πηδήσει και για λίγη ώρα μιλούσαν, ενώ εγώ σταμάτησα και περίμενα κρυμμένος, για να ιδώ τι θα κάμουν. Κι όταν βεβαιώθηκα ότι απομακρύνθηκαν, έφυγα…»
Από κείνη τη στιγμή πήραν το γέροντα. Και διηγιόταν ο παπα-Δημήτρης Ιωακείμ το μαρτυρικό τέλος του, όπως το είδε απ’ το κρησφύγετό του, στο γειτονικό μας χωριό, την Ποταμούλα:
Ξάπλωσαν το γέροντα σ’ ένα αλώνι. Πλάκωσαν τα χέρια του και τα πόδια του με πέτρες. Τον σκέπασαν με άχυρα. Και τον έκαψαν ζωντανό. Κι ενώ οι σπαρακτικές κραυγές του ράγιζαν, όχι μόνο τις καρδιές, αλλά και τις πέτρες, οι «ιεραπόστολοι» του ναζισμού και της άριας φυλής διασκέδαζαν με το ανοσιούργημά τους.
Κατά δυστυχή συγκυρία, σε άλλο σημείο του χωριού μας, συνέλαβαν και δυό του γιους (το Νίκο και το Μήτσο), που τους τουφέκισαν.
Κι ύστερα τη γερόντισσα την Γιωργούλα Τσοβόλα. Που δεν μπορούσε να φύγει, όταν έκαψαν το χωριό, και την έκαψαν ζωντανή μέσα στο σπίτι της. Και τον άλλο γέροντα, τον Τάκη Πρατάρη, τον αλαφροΐσκιωτο, απ’ την Ποταμούλα. Που δεν καταλάβαινε τη λογική των κανιβάλων του Γ.΄ Ράιχ και κυκλοφορούσε ανέμελος ανάμεσά τους. Και που, για να του δώσουν να καταλάβει, τον εκτέλεσαν με τις λόγχες τους…
Κι ύστερα το αθώο παλικάρι,το Σωτηρόπουλο) απ’ την Κυπάρισσο, που το υποπτεύθηκαν οι δικοί μας ως, δήθεν, κατάσκοπο. Επειδή, σαν παιδί, είχε την αφελή περιέργεια να ρωτάει τους αντάρτες για τις μάρκες των όπλων. Και που το πέθαναν δέρνοντάς το και ρίχνοντάς του λάδι καυτό και αλάτι, στις χαραγματιές, που του έκαναν στην πλάτη…
Και το Γάλλο Ζανό, που είχε λιποτακτήσει απ’ το γερμανικό στρατό. Και, που, για να διαφύγει τη σύλληψη απ’ τους Γερμανούς, πήδησε από μεγάλο ύψος και έπαθε ρήξη των σπλάχνων. Για να πεθάνει τελικά στο σπίτι του μπάρμπα μου, του Φώτη στη Ραΐνα και να ενταφιαστεί στο νεκροταφείο του χωριού μας.
Κι ύστερα τους Ιταλούς, που ξέμειναν, ύστερα από τη φυγή των Γερμανών. Και που τους χρησιμοποιούσαμε, για αρκετό χρονικό διάστημα, σαν εργάτες. Όπως τον Αουρέλιο (τσαγκάρη) και τον Αλβάρο (γιατρό). Και μερικούς άλλους. Που κάποια μέρα τους πέρασαν οι αντάρτες με συνοδεία μπροστά από το σπίτι μας.
Κι όταν η 3χρονη αδερφή μου Λευτερία έτρεξε προς τον Αλβάρο, που υπεραγαπούσε, εκείνος της είπε: «Λιμπερτά μου, δεν θα με ξαναδείς»! Και δεν τους ξαναείδαμε. Αφού κάποιοι «ελληναράδες», τζάμπα παλικαράδες, τους καταδίκασαν «εις θάνατον» και τους εκτέλεσαν. Όλους. Γιατί; Επειδή, λέει, κάποιος Ιταλός σήκωσε τα μάτια του στο κορίτσι κάποιου «πατριώτη»…
Αυτές και πάμπολλες άλλες τραγωδίες συνέβαιναν. Σε πανελλήνια και παγκόσμια κλίμακα. Με τις εκατοντάδες και χιλιάδες εκατόμβες θυμάτων,που τις σκηνοθετούν κάποιοι δαιμονισμένοι, Όπως ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι τότε. Ή όπως οι Μπους, Κλίντον και Μπλαιρ στις μέρες μας. Και τόσοι άλλοι διαχρονικά άφρονες και παράφρονες, θανατολάγνοι και καταστροφολάγνοι…
Που με τις λεγεώνες των δαιμονίων, που κουβαλούν οι ίδιοι, υποδαυλίζουν τις απωθημένες στο υποσυνείδητο των ανθρώπων καταστροφικές δυνάμεις. Και σύρουν τους λαούς στη φρίκη των πολέμων…

https://papailiasyfantis.wordpress.com

http://www.dailymotion.com/papailias6391/videos?sort=visited

χάσμα μέγα!…

χάσμα μέγα!…παραβολή (πλουσίου-Λαζάρου)2

Μιλάμε, συνήθως για αμαρτίες και εγκλήματα και εννοούμε μάλλον κάποιες παρωνυχίδες. Αλλά λίγοι και λίγες φορές σκέφτονται και παραδέχονται ότι η ρίζα όλων των αμαρτιών και των εγκλημάτων είναι η αδικία. Και μάλιστα, όχι μόνο η παράνομη αλλά κυρίως η νόμιμη, όπως είναι το καθεστώς του καπιταλισμού, στο οποίο ζούμε. Και ασφαλώς πολύ ελάχιστοι είναι εκείνοι, που πιστεύουν σε κόλαση και παράδεισο και πολύ περισσότερο πως πάνω απ’ την κάλπικη ανθρώπινη υπάρχει η αμερόληπτη και απροκατάληπτη δικαιοσύνη του Θεού. Στην οποία αναφέρεται η πανέμορφη και γλαφυρότατη παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου, στην οποία αναφέρεται το βίντεο:

https://papailiasyfantis.wordpress.com

εγκληματίες οι άγιοι ;

αγιος Δημητριος

Δυστυχώς ο κόσμος στον οποίο ζούμε διαχρονικά κυβερνιέται από το νόμο του εγκλήματος. Με αποτέλεσμα οι άνθρωποι, που λένε την αλήθεια και αγωνίζονται για τη δικαιοσύνη ν’ αντιμετωπίζονται σαν εγκληματίες. Γεγονός, που είχε σαν συνέπεια πολλοί σοφοί και άγιοι και εκατομμύρια κοινών θνητών να υφίστανται βασανιστήρια και να πεθαίνουν με μαρτυρικό θάνατο. Και βέβαια ένας μεταξύ αυτών ήταν και ο άγιος Δημήτριος. Για περισσότερα όμως στο βίντεο, που ακολουθεί:

https://papailiasyfantis.wordpress.com

.

Η «μωρή» και οι προδότες…

 

Ο ΤολιόπουλΔημάδη Μαρία 2ος, το ανθρωπόμορφο τέρας, ταγματάρχης των γερμανοτσολιάδων, της είχε πει ότι θα την πήγαιναν στη φυλακή, για να συνεχιστεί την επομένη η νυχτερινή ανάκριση. «Οι γερμανοτσολιάδες όμως, που τη συνόδευαν, όταν έφτασαν μπροστά στη φυλακή, ξαφνικά άλλαξαν πορεία. Οπότε η Μαρία με ήρεμη φωνή τους είπε: «Σας παρακαλώ από εδώ είναι η φυλακή, γιατί με πηγαίνετε προς τα εκεί»!
Αλλά, όταν είδε να τη σπρώχνουν, να τη σβαρνίζουν και να τη βρίζουν τότε κατάλαβε ότι την εξαπάτησαν και την παγίδεψαν. Στο μεταξύ το εκτελεστικό απόσπασμα με βάση το σατανικό σχέδιο του Τολιόπουλου είχε προπορευτεί. Και όταν η Μαρία το αντίκρυσε, κατάλαβε ότι χανόταν και η τελευταία ελπίδα και πως έφτασε το τέλος της. Σταμάτησε στύλωσε τα πόδια της κι έβγαλε λυπητερές φωνές. Κραυγάζοντας απελπισμένα: «Θέλω να ιδώ τον κύριο Τολιόπουλο»!
Στο μεταξύ καταφτάνει ο ανθυπολοχαγός Αποστολίδης, αφρίζοντας από θυμό και κραυγάζοντας: «Μωρή στάσου αυτού και θα σου φέρω τον κύριο Τολιόπουλο»! Και με μιας έδωσε διαταγή στο απόσπασμα: «Επί σκοπόν, πυρ»! -«Μαννούλα»! κραύγασε η Μαρία και σωριάστηκε νεκρή. Και ο ταγματαλήτης ανθυπολοχαγός της έδωσε τη χαριστική βολή»…
Και βέβαια πρόκειται για τη μεγάλη ηρωίδα της εθνικής αντίστασης, τη Μαρία ΔΗΜΑΔΗ, στην οποία τα «παλικάρια» των ταγμάτων αλητείας επιφύλαξαν, πριν από 73 χρόνια, έναν τόσο «ρομαντικό» επίλογο της ζωής της! Όπως μας τον περιγράφει στο βιβλίο του Φίλιππα Γελαδόπουλου «Ντοκουμέντα, Μαρία Δημάδη» ο αρχιφύλακας των φυλακών Αγίας Τριάδας Αγρινίου, Ευάγγελος Κουκούλης, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας.
Η Μαρία γεννήθηκε στα 1907 στο Αγρίνιο, όπου ο πατέρας της, ήταν μεγαλογιατρός και της έδωσε την καλύτερη δυνατή για την εποχή εκείνη μόρφωση. Αλλά η κατοχή την έφερε κοντά στο λαό, για τα δεινοπαθήματα του οποίου υπέφερε κυριολεκτικά και ήθελε γι’ αυτό να κάνει ο, τι ήταν δυνατόν προκειμένου να τον ανακουφίσει. Αρχικά στράφηκε στον «καλό κόσμο» του περιβάλλοντός της. Αλλά συνάντησε τη γνωστή αδιαφορία των βολεμένων. Γεγονός, που την έκανε να νιώσει για αυτούς ντροπή και αηδία. Και, μη δίνοντας καμιά σημασία στους μεγαλοαστικούς καθωσπρεπισμούς, πήρε αποφασιστικά θέση ανάμεσα σ’ αυτούς που αγωνίζονταν και θυσιάζονταν για την πατρίδα και το λαό της!…
Δεν δίστασε, λοιπόν, να προσχωρήσει στο ΕΑΜ, παρά τις έντονες αντιδράσεις του περιβάλλοντός της. Καθώς αρχικά συμμετείχε μαζί με τον παπα-Βαλή στην Εθνική Αλληλεγγύη (Οκτώβρης 1941) η οποία προσπαθούσε, κάτω απ’ τις αντίξοες συνθήκες, να επουλώσει τις ανάγκες του λαού. Όμως η Μαρία ήθελε να κάνει κάτι πολύ περισσότερο. Και η ευκαιρία της δόθηκε. Δεδομένου ότι γνώριζε γερμανικά και γαλλικά. Και οι Γερμανοί, με δεδομένη την αρχοντική προέλευσή της, θέλησαν να την προσεταιριστούν. Και γι αυτό επανειλημμένα ζήτησαν τη συνεργασία της με την ιδιότητα της μεταφράστριας. Αλλά πώς θα μπορούσε να συμβιβαστεί με την απέχθεια, που αισθανόταν γι’ αυτούς; Κι όμως βρήκε τη δύναμη να υπερνικήσει τις εσωτερικές της αναστολές αλλά και τις εξωτερικές της δεσμεύσεις. Αφού εξάλλου δεν είχε άλλη επιλογή, αφού την επιστράτευσαν. Μάλιστα θεώρησε την εξέλιξη αυτή ευκαιρία, προκειμένου να προσφέρει όσο το δυνατόν μεγαλύτερες υπηρεσίες στην πατρίδα. Προσποιήθηκε, λοιπόν, τη θαυμάστρια του Χίτλερ και του Γ.΄ Ράιχ και προσαρμόστηκε στο τόσο αποκρουστικό γι’ αυτήν περιβάλλον της κομαντατούρας (γερμανικού φρουραρχείου). Με αποτέλεσμα να κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη των Γερμανών. Έτσι ώστε να μπορεί κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες να παρακολουθεί, μέσα απ’ τα έγγραφα και τις συζητήσεις τις οποιεσδήποτε κινήσεις τους. Γεγονός, που έδωσε τη δυνατότητα στο ΕΑΜ να δημιουργήσει δίκτυο πληροφοριών (Φλεβάρης του 1942). Όπου άμεσος και αναντικατάστατος σύνδεσμός της Μαρίας με τους αντάρτες ήταν ο Παπαβαλής. Έτσι ώστε να μπορούν να στήνουν ενέδρες, με άκρως οδυνηρά για τους Γερμανούς αποτελέσματα.
Έτσι, λοιπόν, είχαν τα πράγματα, μέχρις ότου στις αρχές του 1944 ήρθαν στο Αγρίνιο οι ταγματασφαλίτες. Αυτοί, δηλαδή, που επαγρυπνούσαν, όχι φυσικά για την ασφάλεια των Ελλήνων, αλλά των Γερμανών και των συμφερόντων τους. Όπως, πάνω κάτω, κάνουν και οι τωρινοί ταγματαλήτες του 4ου ράιχ. Οι ταγματασφαλίτες, λοιπόν, εστίασαν την αιτία των αλλεπάλληλων γερμανικών αποτυχιών στη Μαρία Δημάδη. Και περίμεναν να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία, για να τη βγάλουν απ’ τη μέση και να της κλείσουν το στόμα. Δεδομένου ότι, εκτός απ’ τα μυστικά των Γερμανών, ήξερε πολλά και για τα δικά τους κακουργήματα, τα οποία θα έρχονταν στο φως, εφόσον η κατάσταση άλλαζε. Το σκοπό των γερμανοτσολιάδων είχε πληροφορηθεί και το ΕΑΜ, το οποίο έστειλε επανειλημμένα μηνύματα στη Μαρία να φύγει, για να πάει στον τομέα των ανταρτών, αλλά εκείνη στερεότυπα απαντούσε: «Δεν κινδυνεύω. Κάνω το χρέος μου στο λαό»!
Και είχε το αποτέλεσμα, που έχουν οι περισσότεροι απ’ αυτούς, που κάνουν το χρέος τους. Που, τελικά δολοφονούνται και σταυρώνονται απ’ τους προδότες και τους σταυρωτές της πατρίδας και του λαού! Τον Παπαβαλή βέβαια δεν πρόλαβαν να τον εκτελέσουν οι γερμανοτσολιάδες. Φρόντισαν όμως γι’ αυτό οι συνεχιστές του έργου τους, που στο μεταξύ μεταμορφώθηκαν σε εθνικόφρονες. Για να συνεχίζουν με υπερβάλλοντα ζήλο μέχρι και σήμερα να περιφρουρούν ανύστακτα την επιτάφια πλάκα της σε βάρος του ομερτά. Ενώ στον προδότη Τολιόπουλο απένειμαν προαγωγές και παράσημα…
Ωστόσο η Μαρία ξεπέρασε το φράγμα της «εθνικόφρονης» καμόρα, για ν’ αποβεί έτσι το διαχρονικό σύμβολο της πατρίδας. Που και σήμερα σύρεται στο εκτελεστικό απόσπασμα απ’ τη συμμορία των τοκογλύφων και των συνεργατών τους ταγματαλητών του 4ου ράιχ…

δύσχρηστη η δικαιοσύνη…

Κάποιοι δεσποτάδες απαγορεύουν τα κηρύγματα, που αναφέρονται στο θέμα της κοινωνικής αδικίας. Το βίντεο, που ακολουθεί αναφέρεται στον Αδελφόθεο Ιάκωβο. που προσφωνούνταν Δίκαιος
και συμπληρώνεται με ένα χαρακτηριστικό στιχούργημα, που έγινε με παράφραση εδαφίων της Καθολικής του Επιστολής. Δείγμα του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπιζαν οι απόστολοι και οι πρώτοι χριστιανοί το θέμα της κοινωνικής αδικίας. Κι ακόμη του τρόπου. με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι εργάτες της αδικίας τις φωνές της δικαιοσύνης,που τους δημιουργούν προβλήματα…
Αλλά περισσότερα στο βίντεο, που ακολουθεί:

https://papailiasyfantis.wordpress.com

η κοινωνία των Γαδάρων…

Η εικόνα των δαιμονισμένων είναι η αντιπροσωπευτικότερη μικρογραφία της κοινωνίας μας. Και ιδιαίτερα της εμπόλεμης. Δεδομένου ότι μας δίνει απτή την καταστροφική αναπαράσταση των αντιδράσεων προσώπων και πραγμάτων σε όλη τους την έκταση. Και βέβαια η σχετική ευαγγελική περικοπή (Λουκά: Η: 27-39) είναι αρκετά διαφωτιστική. Δείτε το σχετικό βίντεο:

https://papailiasyfantis.wordpress.com