ο προφήτης και οι κάλπικοι!…

Ωσηέ
Έζησε πριν από 28 αιώνες στο Ισραήλ. Που σημαίνει ότι ήταν περίπου σύγχρονος του Ομήρου και του Ησιόδου. Και, όταν εκείνοι μιλούσαν με τη μούσα τους, για να δημιουργήσουν τα έπη τους, αυτός μιλούσε με το Θεό και αγωνιζόταν εναντίον της θρησκευτικής αλλοτρίωσης και του κοινωνικού κατεστημένου. Και μάλιστα με τόση σφοδρότητα, ώστε, αν ζούσε πριν από 60-70 χρόνια στον τόπο μας, η κάλπικη «εθνικοφροσύνη» κατά πάσα πιθανότητα θα τον είχε μεταβάλει σε «κόκκινο κρίνο» σε κάποια αλάνα εκτελέσεων. Και βέβαια ο λόγος μας για τον προφήτη Ωσηέ, που η μνήμη του γιορτάζεται στις 17 Οκτωβρίου.
Όπως ο ίδιος μας λέει, η γυναίκα του τον απατούσε. Γι’ αυτό και για ένα χρονικό διάστημα τη χώρισε. Αλλά κατόπιν τη συχώρεσε και την ξαναπήρε στο σπίτι του. Πιθανότατα όμως η αναφορά του στη συζυγική απιστία να ήταν απλά μια παραστατική εικόνα της αποστασίας των Εβραίων από το Θεό. Αφού άλλωστε και ο Χριστός αργότερα θα μιλήσει για»γενεά τη μοιχαλίδα και διεστραμμένη»…
Κύριοι υπαίτιοι της θρησκευτικής και κοινωνικής διαστροφής του καιρού του ήταν η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία. Οι εκπρόσωποι των οποίων πάνω απ’ το θέλημα του Θεού και την αγάπη για το συνάνθρωπο έβαζαν τα συμφέροντά τους και την απάνθρωπη θρησκεία του Βάαλ, που απαιτούσε ακόμη και ανθρωποθυσίες. Γι’ αυτό και ο Ωσηέ χαρακτηρίζει τη θρησκευτικότητα αυτού του είδους «πορνεία» και «μοιχεία». Γι’ αυτό και επιλέγει να εκσφενδονίσει πρωταρχικά τους μύδρους του εναντίον του ιερατείου:
«Το ιερατείο, λέει, εξ ονόματος του Θεού ο προφήτης, μοιάζει με συμμορία ληστών. Ψευδορκίες και δολοφονίες πολλαπλασιάζονται και αίματα επί αιμάτων συσσωρεύονται! Κάνουν συμφωνίες και παίρνουν αποφάσεις με ψεύτικους όρκους. Και η δικαιοσύνη τους είναι σαν δηλητηριώδες φυτό. Καλλιεργούν την αδικία και γι’ αυτό θα θερίσουν το μίσος. Ο λαός μου καταστράφηκε από την έλλειψη γνώσης. Γι’ αυτό, επειδή αυτοί απέρριψαν τη γνώση μου, απορρίπτω κι εγώ αυτούς από λειτουργούς μου «!…
Ο Γιεχωβά αντιμετωπίζει τους Εβραίους, όπως και ο προφήτης την άπιστη γυναίκα του. Προσπαθεί με προσωρινές τιμωρίες να τους φέρει στο σωστό δρόμο. Αλλά τελικά πείθεται ότι δεν πρόκειται για κάποια περιστασιακά παραστρατήματα αλλά για ολοσχερή διαστροφή. Και συμπεραίνει πως μόνο μια μεγάλη καταστροφή μπορεί να επιφέρει μια ουσιαστική μεταστροφή και επιστροφή.
«Κάποτε οι Εβραίοι, λέει ο προφήτης, έμοιαζαν με πολύκαρπο αμπέλι. Αλλά, όσο πλουσιότεροι είναι οι καρποί και ευφορότερη η χώρα, που τους πρόσφερε ο αληθινός Θεός, τόσο περισσότερα θυσιαστήρια χτίζουν στους ψεύτικους ξένους θεούς»…
Όμως θα ’ρθει η ώρα, που θα δώσουν λόγο για τις πράξεις τους: «Μη χαίρεσαι και μη γλεντοκοπάς Ισραήλ. Τ’ αλώνια με το σιτάρι και τα πατητήρια των σταφυλιών με το κρασί θα τα χάσεις. Άλλοι θα πάνε αιχμάλωτοι στην Αίγυπτο κι άλλοι στην Ασσυρία. Και θα φάνε ακάθαρτο και πικρό ψωμί. Κι εδώ τα πολύτιμα κι αγαπημένα σας πράγματα θα τα σκεπάσουν αγκάθια…».
Το κήρυγμα όμως της καταστροφής επισύρει την αγανάκτηση των Ισραηλιτών κατά του προφήτη, οι οποίοι τον χαρακτηρίζουν ανόητο και τρελό: «Ανόητος είναι, λένε, ο προφήτης, τρελός είναι ο άνθρωπος του πνεύματος»!Όταν όμως θα ’ρθει η καταστροφή οι Εβραίοι, πάνω στην ανάγκη τους, θα θυμηθούν το Θεό: Γι’ αυτό και ο προφήτης εξ ονόματος του Θεού προλέγει γι’ αυτούς: «Στην ανάγκη σας θα με αναζητήσετε. Αλλά με τις θυσίες των βοδιών και των προβάτων δεν θα με βρείτε! Εγώ δεν θέλω την αγάπη, που σαν τηνπρωινή δροσιά γρήγορα εξατμίζεται. Εγώ θέλω η σχέση μου μαζί σας να είναι, όπως αυτών, που αρραβωνιάζονται και παντρεύονται από αιώνια αγάπη. Δεν θέλω τα πρόβατα σας και τα βόδια σας. Γνώση κι εμπιστοσύνη στο Θεό σας θέλω. Δικαιοσύνη, και ευσπλαχνία για το συνάνθρωπό σας. Σπείρετε δικαιοσύνη, για να θερίσετε αγάπη…».
Αυτά έλεγε στους Εβραίους ο Ωσηέ «τω καιρώ εκείνω». Όμως τι, άραγε, θα είχε να πει σε μας σήμερα; Μήπως τα ίδια; Ή και ακόμη χειρότερα!Γιατί και σήμερα δεν υπάρχει θεογνωσία. Γιατί βέβαια θεογνωσία δεν είναι οι κοιλάρες, οι βιλάρες και οι πολυτελείς κουρσάρες κάποιων κληρικών. Ούτε ακόμη η πολυτέλεια των ναών και των ιερατικών-και κυρίως των αρχιερατικών-αμφίων. Και ασφαλώς δεν υπάρχει καμιά θεογνωσία στους πολιτικούς, που ψάχνουν για δικαιοσύνη χωρίς το Θεό. Γιατί ασφαλώς, όπου δεν υπάρχει θεογνωσία ούτε και δικαιοσύνη μπορεί να υπάρξει.
Που σημαίνει ότι ο προφήτης Ωσηέ έρχεται να πει σε μας τους σημερινούς κάλπικους χριστιανούς και κληρικούς και πολιτικούς ότι βρισκόμαστε πολύ μακρύτερα απ’ το Θεό απ’ όσο οι σύγχρονοί του Εβραίοι. Και ότι ζούμε στην προϊστορία όχι μόνο της Καινής αλλά και αυτής ακόμη της Παλαιάς Διαθήκης. Και ασφαλώς κάτι παρόμοιο θα είχε να πει και σ’ όλους αυτούς που διατείνονται ότι είναι ο περιούσιος λαός του Θεού και ότι ζουν σύμφωνα με τη νομοθεσία του Μωυσή και τη διδασκαλία των προφητών τη στιγμή που η πραγματικότητα φωνάζει ότι κάποιοι ανάμεσά τους είναι πρωταγωνιστές της παγκόσμιας κακοδαιμονίας…
Γεγονός που σημαίνει ότι θα χρειαστούμε πολλές χιλιετίες, για ν’ αποκτήσουμε τη θεογνωσία και τη δικαιοσύνη και πολύ περισσότερο την ανθρωπιά, που ζητούν από εμάς οι προφήτες και το Ευαγγέλιο.Έτσι ώστε να είμαστε αληθινοί άνθρωποι και χριστιανοί. Και όχι κάλπικοι, όπως τώρα. Που από το ένα μέρος δοξολογούμε το Θεό κι από το άλλο χειροκροτούμε και προσκυνούμε τους κανακάρηδες του πολύμορφου σατανισμού…

Advertisements

Περιστέρα, έλα να φτύσεις τους προδότες!…

Περιστέρα

Είναι παρμένο από το σάιτ: Τρελογιάννης

Αρχηγός επαναστατικού σώματος, την περίοδο της Επαναστάσεως των Ελλήνων στη Μακεδονία, το 1878. Αδελφή του καπετάν Γούλια Κράκα, γεννημένη στη Σιάτιστα Κοζάνης το 1860. Όταν ύστερα από προδοσία θανατώθηκε μαρτυρικά ο αδελφός της (γδάρθηκε ζωντανός), ανέλαβε η ίδια σε ηλικία 17 ετών την αρχηγία του αντάρτικου σώματος και έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων. Η Καπετάνισσα Περιστέρα Κράκα, σχημάτισε αντάρτικο σώμα 40 ανδρών και έδρασε στην Επανάσταση του 1878 ξεκινώντας κλεφτοπόλεμο με τους Τούρκους στις περιοχές Κοζάνης και Καστοριάς. Έπιασε με γρηγοράδα τους φονιάδες του αδερφού της και τους τιμώρησε κατά πώς τούς έπρεπε με τα ίδια της τα χέρια. Οι εφημερίδες μιλούσαν με θαυμαστό τρόπο για ένα κορίτσι, το οποίο, ντυμένο σαν παλικάρι, πολεμούσε σ’ ένα αντάρτικο σώμα δείχνοντας την ανδρεία και την ευτολμία της. Απ’ τα αναρίθμητα κατορθώματά της ξεχωρίζουμε την πυρπόληση του σταθμού χωροφυλακής στό Τζουμά Πτολεμαίδος και την εξολόθρευση ενός τουρκικού αποσπάσματος στά Καραγιάννια.

Η εκπληκτική αυτή Μακεδόνισσα χαρακτηρίστηκε από τη γαλλική εφημερίδα «Λε Παπιγιόν» ως η Ζαν Ντ’ Αρκ του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τον Ι. Αποστόλου «Επί εξ μήνας κατόπιν κανείς Τούρκος στρατιωτικός δεν ημπορούσε να κοιμάται ήσυχος. Απιστεύτως γενναία,… η κόρη αυτή, προς την οποίαν επί τέλους ηναγκάσθη να συνθηκολογήσει μία ολόκληρος Αυτοκρατορία. Της έδωσαν αμνηστία…»

Αφού οι Τούρκοι της πρόσφεραν αμνηστία, σταμάτησε τη δράση της και έζησε για λίγο ήρεμα στη Σιάτιστα. Όμως αργότερα οι Τούρκοι το μετάνοιωσαν και αιφνιδιαστικά περικύκλωσαν το σπίτι της. Η πανέξυπνη γυναίκα τους αντιλήφθηκε και διέφυγε στην Θεσσαλία το 1882. Παντρεύτηκε έναν από τους συντρόφους της, τον καπετάν Περδίκη, όμως ο άντρας της συνελήφθη στο ελεύθερο ελληνικό κράτος με την κατηγορία της ληστείας και φυλακίστηκε στην Αίγινα. Ωστόσο ήρθε η ίδια η Περιστέρα στην Αθήνα και συνάντησε τον Βασιλιά Γεώργιο Α’ για να του εξηγήσει πως ο άντρας της δεν ήταν ληστής, αλλά πολέμησε τον Τούρκο και προστάτεψε τους υπόδουλους Έλληνες της Μακεδονίας. Σύμφωνα μάλιστα με την παράδοση, η Περιστέρα πήρε μέρος μπροστά στο Βασιλιά Γεώργιο Α’ σε αγώνα σκοποβολής, νίκησε στο σημάδι τους αξιωματικούς του βασιλιά, κερδίζοντας έτσι αμνηστία για τον άντρα της. Αφού κατάφερε να απελευθερώσει τον άνδρα της, επέστρεψε στη Θεσσαλία. Πέθανε το 1938 σε ηλικία 78 ετών.

ΑΠΟΣΤΟΛΉ ΜΕ ΜΉΝΥΜΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΎ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΊΟΥ
BLOGTHIS!
ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΣΤΟ TWITTER
ΜΟΙΡΑΣΤΕΊΤΕ ΤΟ ΣΤΟ FACEBOOK
ΚΟΙΝΟΠΟΊΗΣΗ ΣΤΟ PINTEREST

εξήλλθεν ο σπείρων τον σπόρον!…

Χριστός (σπείρων)3

Οι μαθητές του Χριστού είχαν μια απορία: Γιατί οι άνθρωποι δεν δέχονταν τη διδασκαλία του δασκάλου τους: Φταίει ο λόγος ή οι άνθρωποι: Και προκειμενου να τους δώσει να καταλάβουν ότι δεν φταίει ο σπόρος αλλά το έδαφος πάνω στο οποίο πέφτει ο σπόρος τους είπε την ωραιότατη Παραβολή του Σπορέως. Που αναπτύσσεται αριστοτεχνικά στο κήρυγμα που ακολουθεί:  https://www.dailymotion.com/video/x645g4l

Σαλιχλί…

Γιωργος Υφαντής, δλασκαλος

Βαδίζαμε προς το Σαλιχλί (Μικρασία, 1922), μέρα και νύχτα. Χωρίς κουραμάνα, αλλά προπάντων χωρίς νερό, που ήταν ο μεγάλος κίνδυνος.

Βρήκαμε, κατά τα μεσάνυχτα, μια λούτσα και μέσα σ’ αυτή βουβάλια.
Βουτάμε τα παγούρια στις γούβες της λούτσας και πήραμε λίγο νερό.
Δεν πινόταν, γιατί βρωμούσε. Έβαλα γάζα και ρούφηξα λίγο και κρατούσα ανοιχτό το στόμα, για να φεύγει η βρώμα και να μην ξεράσω. Παρότι το στομάχι ήταν αδειανό.

Κατά το κολατσιό, φτάσαμε 5-6 χιλιόμετρα έξω απ’ το χωριό και ξεφορτώσαμε λίγο πάνω απ’ τη σιδηροδρομική γραμμή. Ακούμπησα σ’ ένα σακί. Αποκοιμήθηκα αμέσως.
Σε κάποια στιγμή ένας μεταγωγικός άρπαξε το σακί και το κεφάλι μου χτύπησε πάνω στις πέτρες. Ξύπνησα. Ακούω οβίδες.

Παρατηρώ ότι έσκαγαν συνέχεια 50 μέτρα κάτω απ’ τη σιδηροδρομική γραμμή.
Όλη η πλαγιά σε μήκος χιλιομέτρων κινούνταν απ’ την άτακτη οπισθοχώρηση του στρατού. Όποιος περάσει τον άλλο. Πανικός. Απελπισία. Πίσω ερχόταν τούρκικο ιππικό…

Βαδίζοντας στο λιοπύρι του Αυγούστου, βρήκαμε σ’ ένα μέρος σωλήνες σκεπασμένους, που δράζανε λίγο νερό, ανακατεμένο με χώμα κόκκινο. Πήρα με το πλουχέρι λίγο και το ’βαλα στο στόμα πηχτό, όπως ήταν. Σε λίγα λεπτά ξεράθηκε κι έβγαζα τώρα από το στόμα στεγνό χώμα.

Εκεί δίπλα ήταν ένα οίκημα ανοιχτό με τσουβάλια σταφίδα. Γέμισα το σακίδιο. Κατέβηκα από κάτω μέσα σε ένα αμπέλι και μάζεψα κοτρίδια για τη δίψα και γύρισα πίσω να πάρουμε το δρόμο, που ’ταν ψηλότερα, απ’ το αμπέλι.

Μέσα στο οίκημα καθόταν ένας Τούρκος πάνω σε κάτι παλιόρουχα κι ένας στρατιώτης τον φοβέριζε, ενώ αυτός σήκωνε τα χέρια και τον παρακαλούσε.
Ο στρατιώτης του ρίχνει μια στα στήθια. Εγώ στη στιγμή έστριψα, για να μη ιδώ τα χάλια του.
Και βέβαια αυτό ήταν ανανδρία.

Καθώς ανεβήκαμε να πάρουμε το δρόμο, βλέπω δυο στρατιώτες να κάθονται ακουμπισμένοι στα όχτια, αμίλητοι. Πλησιάζω και βλέπω πως τα μάτια τους ήταν γεμάτα χώμα. Είχαν πεθάνει από κούραση και ηλίαση.

Βαδίζοντας σουρούπωσε πολύ καλά και βρήκαμε ένα νερόμυλο. Γύρω στ’ αυλάκι ήταν ροϊδιές. Μετά το αυλάκι ήταν δρόμος. Κι άρχιζε έπειτα βουνό με ερείπια βυζαντινής εποχής.
Εκεί, στον τοίχο του αυλακιού, είδαμε ένα φαντάρο να σκεπάζει με τη μαντύα έναν άλλο φαντάρο και να του λέει κλαίγοντας απαρηγόρητα:
«Τώρα τι να πω εγώ αδερφούλη μου στη μάνα μας, που θα με ρωτάει για σένα»!!!
Έκλαιγε γοερά. Έφυγε μπροστά από μας, αφήνοντας, βέβαια, άταφο τον αδερφό του.
Συγκινηθήκαμε όλοι μας και κλάψαμε κι εμείς…

…Πόσα άλλα παιδιά έμειναν πεθαμένα κι άφαθτα στη Μικρασία.

Και μεταξύ αυτών κι ο Αντώνης της Πετράκαινας.

Είχε λαβωθεί σε μια μάχη. Κι ενώ τον μετέφερναν μαζί με άλλους λαβωμένους στο χειρουργείο, τους έπιασαν οι τσέτες και τους έσφαξαν όλους.
Η Πετράκαινα είχε καημό για τον Αντώνη της. Πέντε, δέκα, εκατό ανθρώπους αντάμωνε την ημέρα, έστω και τους ίδιους, θα τους ρωτούσε από πού έρχονται κι αν άκουσαν τίποτες για τον Αντώνη της.

Όταν απολύθηκα από στρατιώτης, πήγα στο χωριό (Σταυροχώρι Ευρυτανίας) και, σαν ήμασταν συγγενείς, πήγα να τους δω. Καλύτερα να μην πήγαινα. Αν και δεν της είπα πως ήμουνα στη Μ. Ασία, αλλά πως ρχόμουνα απ’ τ’ Αγρίνιο, άρχισε με μια παραπονιάρικη τρεμουλιαστή φωνή να μου λέει:
Γιώργο μ’, μήπους άκσις τίπουτις απ’ αυτού πό’ρχισι για τουν Αντώνη μ’»;

Άρχισε τα κλάματα. Έκλαιγα κι εγώ.

Και δεν ήταν η μόνη φορά, που με ρώτησε για τον Αντώνη της…

(Απ’ την αυτοβιογραφία του δάσκαλου Γιώργου Υφαντή, 1902- 1969)

 

 

Σαλιχλί…

Γιωργος Υφαντής, δλασκαλος

 

Βαδίζαμε προς το Σαλιχλί (Μικρασία, 1922), μέρα και νύχτα. Χωρίς κουραμάνα, αλλά προπάντων χωρίς νερό, που ήταν ο μεγάλος κίνδυνος.

Βρήκαμε, κατά τα μεσάνυχτα, μια λούτσα και μέσα σ’ αυτή βουβάλια.
Βουτάμε τα παγούρια στις γούβες της λούτσας και πήραμε λίγο νερό.
Δεν πινόταν, γιατί βρωμούσε. Έβαλα γάζα και ρούφηξα λίγο και κρατούσα ανοιχτό το στόμα, για να φεύγει η βρώμα και να μην ξεράσω. Παρότι το στομάχι ήταν αδειανό.

Κατά το κολατσιό, φτάσαμε 5-6 χιλιόμετρα έξω απ’ το χωριό και ξεφορτώσαμε λίγο πάνω απ’ τη σιδηροδρομική γραμμή. Ακούμπησα σ’ ένα σακί. Αποκοιμήθηκα αμέσως.
Σε κάποια στιγμή ένας μεταγωγικός άρπαξε το σακί και το κεφάλι μου χτύπησε πάνω στις πέτρες. Ξύπνησα. Ακούω οβίδες.

Παρατηρώ ότι έσκαγαν συνέχεια 50 μέτρα κάτω απ’ τη σιδηροδρομική γραμμή.
Όλη η πλαγιά σε μήκος χιλιομέτρων κινούνταν απ’ την άτακτη οπισθοχώρηση του στρατού. Όποιος περάσει τον άλλο. Πανικός. Απελπισία. Πίσω ερχόταν τούρκικο ιππικό…

Βαδίζοντας στο λιοπύρι του Αυγούστου, βρήκαμε σ’ ένα μέρος σωλήνες σκεπασμένους, που δράζανε λίγο νερό, ανακατεμένο με χώμα κόκκινο. Πήρα με το πλουχέρι λίγο και το ’βαλα στο στόμα πηχτό, όπως ήταν. Σε λίγα λεπτά ξεράθηκε κι έβγαζα τώρα από το στόμα στεγνό χώμα.

Εκεί δίπλα ήταν ένα οίκημα ανοιχτό με τσουβάλια σταφίδα. Γέμισα το σακίδιο. Κατέβηκα από κάτω μέσα σε ένα αμπέλι και μάζεψα κοτρίδια για τη δίψα και γύρισα πίσω να πάρουμε το δρόμο, που ’ταν ψηλότερα, απ’ το αμπέλι.

Μέσα στο οίκημα καθόταν ένας Τούρκος πάνω σε κάτι παλιόρουχα κι ένας στρατιώτης τον φοβέριζε, ενώ αυτός σήκωνε τα χέρια και τον παρακαλούσε.
Ο στρατιώτης του ρίχνει μια στα στήθια. Εγώ στη στιγμή έστριψα, για να μη ιδώ τα χάλια του.
Και βέβαια αυτό ήταν ανανδρία.

Καθώς ανεβήκαμε να πάρουμε το δρόμο, βλέπω δυο στρατιώτες να κάθονται ακουμπισμένοι στα όχτια, αμίλητοι. Πλησιάζω και βλέπω πως τα μάτια τους ήταν γεμάτα χώμα. Είχαν πεθάνει από κούραση και ηλίαση.

Βαδίζοντας σουρούπωσε πολύ καλά και βρήκαμε ένα νερόμυλο. Γύρω στ’ αυλάκι ήταν ροϊδιές. Μετά το αυλάκι ήταν δρόμος. Κι άρχιζε έπειτα βουνό με ερείπια βυζαντινής εποχής.
Εκεί, στον τοίχο του αυλακιού, είδαμε ένα φαντάρο να σκεπάζει με τη μαντύα έναν άλλο φαντάρο και να του λέει κλαίγοντας απαρηγόρητα:
«Τώρα τι να πω εγώ αδερφούλη μου στη μάνα μας, που θα με ρωτάει για σένα»!!!
Έκλαιγε γοερά. Έφυγε μπροστά από μας, αφήνοντας, βέβαια, άταφο τον αδερφό του.
Συγκινηθήκαμε όλοι μας και κλάψαμε κι εμείς…

…Πόσα άλλα παιδιά έμειναν πεθαμένα κι άφαθτα στη Μικρασία.

Και μεταξύ αυτών κι ο Αντώνης της Πετράκαινας.

Είχε λαβωθεί σε μια μάχη. Κι ενώ τον μετέφερναν μαζί με άλλους λαβωμένους στο χειρουργείο, τους έπιασαν οι τσέτες και τους έσφαξαν όλους.
Η Πετράκαινα είχε καημό για τον Αντώνη της. Πέντε, δέκα, εκατό ανθρώπους αντάμωνε την ημέρα, έστω και τους ίδιους, θα τους ρωτούσε από πού έρχονται κι αν άκουσαν τίποτες για τον Αντώνη της.

Όταν απολύθηκα από στρατιώτης, πήγα στο χωριό (Σταυροχώρι Ευρυτανίας) και, σαν ήμασταν συγγενείς, πήγα να τους δω. Καλύτερα να μην πήγαινα. Αν και δεν της είπα πως ήμουνα στη Μ. Ασία, αλλά πως ρχόμουνα απ’ τ’ Αγρίνιο, άρχισε με μια παραπονιάρικη τρεμουλιαστή φωνή να μου λέει:
Γιώργο μ’, μήπους άκσις τίπουτις απ’ αυτού πό’ρχισι για τουν Αντώνη μ’»;

Άρχισε τα κλάματα. Έκλαιγα κι εγώ.

Και δεν ήταν η μόνη φορά, που με ρώτησε για τον Αντώνη της…

(Απ’ την αυτοβιογραφία του δάσκαλου Γιώργου Υφαντή, 1902- 1969)

Σαλιχλί!…

Βαδίζαμε προς το Σαλιχλί (Μικρασία, 1922), μέρα και νύχτα. Χωρίς κουραμάνα, αλλά προπάντων χωρίς νερό, που ήταν ο μεγάλος κίνδυνος.

Βρήκαμε, κατά τα μεσάνυχτα, μια λούτσα και μέσα σ’ αυτή βουβάλια.
Βουτάμε τα παγούρια στις γούβες της λούτσας και πήραμε λίγο νερό.
Δεν πινόταν, γιατί βρωμούσε. Έβαλα γάζα και ρούφηξα λίγο και κρατούσα ανοιχτό το στόμα, για να φεύγει η βρώμα και να μην ξεράσω. Παρότι το στομάχι ήταν αδειανό.

Κατά το κολατσιό, φτάσαμε 5-6 χιλιόμετρα έξω απ’ το χωριό και ξεφορτώσαμε λίγο πάνω απ’ τη σιδηροδρομική γραμμή. Ακούμπησα σ’ ένα σακί. Αποκοιμήθηκα αμέσως.
Σε κάποια στιγμή ένας μεταγωγικός άρπαξε το σακί και το κεφάλι μου χτύπησε πάνω στις πέτρες. Ξύπνησα. Ακούω οβίδες.

Παρατηρώ ότι έσκαγαν συνέχεια 50 μέτρα κάτω απ’ τη σιδηροδρομική γραμμή.
Όλη η πλαγιά σε μήκος χιλιομέτρων κινούνταν απ’ την άτακτη οπισθοχώρηση του στρατού. Όποιος περάσει τον άλλο. Πανικός. Απελπισία. Πίσω ερχόταν τούρκικο ιππικό…

Βαδίζοντας στο λιοπύρι του Αυγούστου, βρήκαμε σ’ ένα μέρος σωλήνες σκεπασμένους, που δράζανε λίγο νερό, ανακατεμένο με χώμα κόκκινο. Πήρα με το πλουχέρι λίγο και το ’βαλα στο στόμα πηχτό, όπως ήταν. Σε λίγα λεπτά ξεράθηκε κι έβγαζα τώρα από το στόμα στεγνό χώμα.

Εκεί δίπλα ήταν ένα οίκημα ανοιχτό με τσουβάλια σταφίδα. Γέμισα το σακίδιο. Κατέβηκα από κάτω μέσα σε ένα αμπέλι και μάζεψα κοτρίδια για τη δίψα και γύρισα πίσω να πάρουμε το δρόμο, που ’ταν ψηλότερα, απ’ το αμπέλι.

Μέσα στο οίκημα καθόταν ένας Τούρκος πάνω σε κάτι παλιόρουχα κι ένας στρατιώτης τον φοβέριζε, ενώ αυτός σήκωνε τα χέρια και τον παρακαλούσε.
Ο στρατιώτης του ρίχνει μια στα στήθια. Εγώ στη στιγμή έστριψα, για να μη ιδώ τα χάλια του.
Και βέβαια αυτό ήταν ανανδρία.

Καθώς ανεβήκαμε να πάρουμε το δρόμο, βλέπω δυο στρατιώτες να κάθονται ακουμπισμένοι στα όχτια, αμίλητοι. Πλησιάζω και βλέπω πως τα μάτια τους ήταν γεμάτα χώμα. Είχαν πεθάνει από κούραση και ηλίαση.

Βαδίζοντας σουρούπωσε πολύ καλά και βρήκαμε ένα νερόμυλο. Γύρω στ’ αυλάκι ήταν ροϊδιές. Μετά το αυλάκι ήταν δρόμος. Κι άρχιζε έπειτα βουνό με ερείπια βυζαντινής εποχής.
Εκεί, στον τοίχο του αυλακιού, είδαμε ένα φαντάρο να σκεπάζει με τη μαντύα έναν άλλο φαντάρο και να του λέει κλαίγοντας απαρηγόρητα:
«Τώρα τι να πω εγώ αδερφούλη μου στη μάνα μας, που θα με ρωτάει για σένα»!!!
Έκλαιγε γοερά. Έφυγε μπροστά από μας, αφήνοντας, βέβαια, άταφο τον αδερφό του.
Συγκινηθήκαμε όλοι μας και κλάψαμε κι εμείς…

…Πόσα άλλα παιδιά έμειναν πεθαμένα κι άφαθτα στη Μικρασία.

Και μεταξύ αυτών κι ο Αντώνης της Πετράκαινας.

Είχε λαβωθεί σε μια μάχη. Κι ενώ τον μετέφερναν μαζί με άλλους λαβωμένους στο χειρουργείο, τους έπιασαν οι τσέτες και τους έσφαξαν όλους.
Η Πετράκαινα είχε καημό για τον Αντώνη της. Πέντε, δέκα, εκατό ανθρώπους αντάμωνε την ημέρα, έστω και τους ίδιους, θα τους ρωτούσε από πού έρχονται κι αν άκουσαν τίποτες για τον Αντώνη της.

Όταν απολύθηκα από στρατιώτης, πήγα στο χωριό (Σταυροχώρι Ευρυτανίας) και, σαν ήμασταν συγγενείς, πήγα να τους δω. Καλύτερα να μην πήγαινα. Αν και δεν της είπα πως ήμουνα στη Μ. Ασία, αλλά πως ρχόμουνα απ’ τ’ Αγρίνιο, άρχισε με μια παραπονιάρικη τρεμουλιαστή φωνή να μου λέει:
Γιώργο μ’, μήπους άκσις τίπουτις απ’ αυτού πό’ρχισι για τουν Αντώνη μ’»;

Άρχισε τα κλάματα. Έκλαιγα κι εγώ.

Και δεν ήταν η μόνη φορά, που με ρώτησε για τον Αντώνη της…

(Απ’ την αυτοβιογραφία του δάσκαλου Γιώργου Υφαντή, 1902- 1969)Γιωργος Υφαντής, δλασκαλος

Αναφορά στον παπά-Βαλή

Παπαβαλής (1).jpg

Σεβαστέ παπά- Κώστα

Πρώην κρατούμενος των φυλακών Κερκύρας μου είχε μιλήσει για κάποιον παπά στο Αγρίνιο, που στα χρόνια της Κατοχής  έκανε παράτολμα κατορθώματα. Και σκέφτηκα: Πώς είναι δυνατόν να υπήρξε ένας τέτοιος παπάς και να μην έχει ακουστεί τίποτε γι’ αυτόν! Και όμως είναι! Γιατί, όπως φαίνεται, σε «έθαψε»  η ομερτά της θρησκευάμενης καμόρα, η οποία την κατοχική προδοσία φρόντισε μετακατοχικά να την «βαφτίσει  «εθνικοφροσύνη».

Την Παρασκευή, λοιπόν, 29/9/17 παραβρέθηκα στη σχετική με την ονοματοθεσία οδών της πόλης του Αγρινίου συνεδρίαση  του Δημοτικού Συμβουλίου. Ζήτησα και πήρα το λόγο σχετικά με την περίπτωση τη δική σου. Αλλά με διέκοψε ο κ. Γραμματέας, ισχυριζόμενος ότι το θέμα αυτό δεν μπορούσε να συζητηθεί δεδομένου ότι δεν έχει προηγηθεί σχετικό αίτημα προς την αρμόδια Επιτροπή Ονοματοθεσίας. Αυτό ήταν βέβαια πρόσχημα, Επειδή δεν ήθελαν ν’ ακουστούν  τα όντως θαυμαστά κατορθώματά σου. Γιατί όλοι τους, όπως φαίνεται, ήταν ενήμεροι! Και μάλιστα ένας απ’ αυτούς μου είπε: «Αν αληθεύουν τα περί του παπα-Βαλή, είναι οπωσδήποτε πανάξιος να τιμηθεί»!.

 Όπως μου είπε  η θυγατέρα σου Βασιλική, την κάλεσαν επί του προηγουμένου Δημάρχου στο Παπαστράτειο Μέγαρο Αγρινίου, για να της προσφέρουν μια ανθοδέσμη προκειμένου έτσι να τιμήσουν τον πατέρα της. Πράγμα που αρνήθηκε, δεδομένου ότι αισθανόταν πως μια τέτοια «τιμή» ήταν εμπαιγμός απέναντί της και προσβολή στη μνήμη του πατέρα της.

Και μπαίνει το ερώτημα: Γιατί δεν ενδιαφέρθηκαν να διερευνήσουν την αλήθεια των με πολλαπλά ντοκουμέντα επιβεβαιωμένων ηρωικών κατορθωμάτων σου; Ίσως με τη σκέψη πως, αν αποσιωπηθούν για μερικές ακόμη δεκαετίες, θα κατισχύσει η σε βάρος σου πολυετής ομερτά της τοπικής θρησκευτικής  καμόρας! Η οποία, όπως ποικιλοτρόπως είναι γνωστό επιμελείται με ιδιαίτερο ζήλο, όχι μόνο των νεκρών αλλά κι των ζωντανών τη «δολοφονία» και το «θάψιμο»!…

Και ακολουθεί ένα άλλο ερώτημα: Αλήθεια αυτοί που επί τόσα χρόνια, προφανώς για λόγους ψηφοθηρίας ή κομματικής ιδεοληψίας, σε  «έθαψαν» στο εφτάδιπλο σκοτάδι της αχαριστίας και αγνωμοσύνης γνωρίζουν πολλούς που θα αποτολμούσαν όχι να προβούν αλλά έστω να διανοηθούν παρόμοιες παράτολμες πράξεις ηρωισμού;  Που σημαίνει ότι και η  απλή σύγκρισή σου με τους προτεινόμενους απ’ την Επιτροπή Ονοματοθεσίας στην προκειμένη περίπτωση, αποδεικνύει– χωρίς υπερβολή -ότι μεσολαβεί αστρονομική απόσταση ανάμεσα στους προτεινόμενους και σε σένα!

Γιατί ποιος θα τολμούσε να πραγματοποιήσει τις τριανταπέντε περίπου (35) εικονικές κηδείες που έκανες το 1943, προκειμένου να μεταφέρεις τα όπλα των Ιταλών σπ’ τις αποθήκες στο νεκροταφείο, απ’ όπου τα έπαιρναν οι αντάρτες; Ή ακόμη πολύ περισσότερο ποιος θα τολμούσε μπροστά στα μάτια του γερμανού φρουρού να προσφέρει στους-τριάντα (30) περίπου-φυλακισμένους θανατοποινίτες Ηπειρώτες  μέσα σε κεσέ γιαουρτιού το σιδηροπρίονο της τρίχας, με το οποίο έκοψαν τα κάγκελα του κελιού τους, για να πετάξουν προς την ελευθερία (1944)! . Ούτε βέβαια τόσα άλλα που πρόσφερες με τον πρωταγωνιστικό σου ρόλο  στην Επιτροπή Εθνικής Αλληλεγγύης υπέρ του δεινά μαστιζόμενου λαού.

 Παρότι ήταν ολοφάνερο ότι η αποσιώπηση της περίπτωσής σου και των κατορθωμάτων σου ήταν σκόπιμη, εντούτοις  κατέθεσα στη Δημαρχία Αγρινίου την με αριθμό πρωτοκόλλου 67155/2/10/17 αίτηση. Όπου  κάποιος κρετίνος υπάλληλος, με θρασύτατη επιμονή με ρωτούσε αν ήσουν δεξιός ή αριστερός. Για να του απαντήσω ότι υπήρξες αδιαμφισβήτητα πατριώτης που αγωνίστηκες παλικαρίσια και διακινδύνευσες για την πατρίδα και τους κινδυνεύοντες συμπατριώτες.

Ας γίνει, λοιπόν, έγραφα στην αίτησή μου, η σχετική διερεύνηση κι ας προβάλουν τις θέσεις τους και οι τυχόν ενιστάμενοι. Όχι βέβαια με αοριστολογίες, αλλά με ντοκουμέντα, όπως αυτά, που με θουκυδίδεια ακρίβεια και αμεροληψία παραθέτει ο Φίλιππος Γελαδόπουλος στο σχετικό με τη Μαρία Δημάδη βιβλίο του. Δεδομένου ότι υπήρξες ο άμεσος και πολύτιμος συνεργάτης της μεγάλης εθνικής ηρωίδας και ο αναντικατάστατος ενδιάμεσος κρίκος, προκειμένου να διαβιβάζονται τα σχέδια των γερμανών στους αντάρτες. Βέβαια οι «εθνικόφρονες» γερμανοτσολιάδες δολοφόνησαν τη Μαρία, για να της αφιερώσουν οι δημοτικοί άρχοντες την επώνυμή της πλατεία. Ενώ εσένα, παπα-Κώστα μου, σε παρέδωσαν στην ομερτά της τοπικής θρησκευτικής καμόρα.

Για το πώς συμπεριφέρονταν  οι γερμανοτσολιάδες της εποχής  εκείνης απέναντι στην Εκκλησία αναφέρεις τα εξής:

«Επισκεφθήκαμε-λες- μαζί με τον τότε Αρχιερατικό Αγρινίου, αείμνηστο Παπαποστόλη, το γερμανό διοικητή, για να του ζητήσουμε να μην καίνε τις εκκλησιές. Για να μας απαντήσει:Εμείς  κάνουμε ότι μας υποδεικνύουν οι γερμανοτσολιάδες. Εκ των οποίων ένας γερμανοτσολιάς χτύπησε με το ξίφος την εικόνα της Παναγίας. Γιατί, όπως είπε, ο γιος της (δηλαδή ο Χριστός) ήταν… κομμουνιστής. Για να καταλάβουμε έτσι το μέγεθος της διαστροφής των ανθρώπων αυτών, που δεν έτρεφαν μόνο άσπονδο μίσος εναντίον εκείνων, που αγωνίζονταν εναντίον των κατακτητών, αλλά ακόμη δεν δίσταζαν να εκδηλώνουν και τ’ αντίχριστα αισθήματά τους απέναντι στην Παναγία.

Για την αίτησή μου αυτή προς την Επιτροπή Ονοματοδοσίας, σεβαστέ Παπά-Κώστα, δεν πήρα μέχρι τώρα  καμιά απάντηση. Ούτε βέβαια και περιμένω να πάρω. Άλλωστε ποιος είμαι εγώ, για να μου δώσουν οι τωρινοί μεγάλοι άνδρες της ιστορίας την παραμικρή σημασία! Που σημαίνει ότι επιμένουν να κινούνται στην ίδια γραμμή, που χάραξαν και οι προκάτοχοί  τους. Με αποτέλεσμα να αρνούνται την οφειλόμενη τιμή απέναντι σε έναν απ’ τους μεγαλύτερους ήρωες της Εθνικής Αντίστασης. Ακολουθώντας μέχρι τώρα την τακτική εκείνων, που επέλεξαν ως άλλοι νεκροθάφτες τον αιώνιο «ενταφιασμό» της μνήμης σου!

Άλλωστε η πείρα διδάσκει ότι οι ανάξιοι της πατρίδας και της ιστορίας ποτέ δεν μπορούν να τιμήσουν δεόντως τους άξιους!