Για ποιον χτυπά η καμπάνα;….

καπάνα

Ένας άνθρωπος βρισκόταν σε μεγάλη αγωνία. Δεν ήταν κάποιος άνεργος, άρρωστος βαριά ή πολυφαμελίτης. Ήταν πλούσιος. Και για την ακρίβεια τσιφλικάς.

«Πόθεν έσχε» τα πλούτη του; Πάντως όχι με έντιμα μέσα, λέει ο Χρυσόστομος. Κι αν ακόμη τα κληρονόμησε, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτός, που του τα κληροδότησε, δεν τα είχε αποκτήσει με έντιμα μέσα. Κι αν ακόμη ισχυριστεί ότι τα απόκτησε με νόμιμα μέσα, αυτό σημαίνει ότι οι νόμοι ήταν άδικοι, σύμφωνοι με τα συμφέροντα του κατεστημένου…

Αλλά ποιο ήταν το πρόβλημά του; «Ευφόρησεν η χώρα του», λέει το Ευαγγέλιο. Που σημαίνει ότι το τσιφλίκι του είχε άφθονη καρποφορία. Και το πρόβλημά του ήταν ότι δεν είχε πού να αποθηκεύσει τα γεννήματά του. Και βασανιζόταν νύχτα-μέρα, για να βρει λύση. Ώσπου μια νύχτα έκαμε τη μεγάλη ανακάλυψη.

Οπότε, σαν τον Αρχιμήδη, στην ανάλογη περίπτωση, αναφώνησε: Το βρήκα! Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτερες. Και θα συγκεντρώσω εκεί όλα τα αγαθά μου! Και θα πω στην ψυχή μου: Ψυχή, έχεις άφθονα αγαθά! Για πάμπολλα χρόνια! Ξεκουράσου, φάγε πιες, γλεντοκόπα…

Αλλά εκεί που πετούσε στον έβδομο ουρανό της μεγαλοφυούς έμπνευσής του. του φάνηκε πως άκουσε κάπου απόμακρα να χτυπάει κάποια νεκρώσιμη καμπάνα. Ποιος ξέρει, σκέφτηκε για ποιον φουκαρά χτυπάει αυτή η καμπάνα! Μάλλον θα είναι για κάποιον απ’ τους απόκληρους της ζωής: Τους πεινασμένους, τους ρακένδυτους, τους άστεγους, που κοιμούνται και πεθαίνουν στα γιαπιά και τα παγκάκια. Ή τους άλλους, που μαστίζονται από διάφορες αρρώστιες και δυστυχίες…

Κάποια όμως φωνή, που φαινόταν να ξεκινούσε από τα τρίσβαθα της ψυχής του, τον βγάζει απ’ τους ρεμβασμούς του: Ανόητε! Του λέει. Αυτή τη φορά η καμπάνα μπορεί να χτυπάει γι’ αυτούς, που η απανθρωπιά τους οδήγησε τους συνανθρώπους τους στην έσχατη εξαθλίωση και συνεχίζουν να κάνουν μεγαλεπήβολα σχέδια σε βάρος των συνανθρώπων τους. Όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει με σένα που σχεδιάζεις να γκρεμίσεις τις αποθήκες του, για να χτίσεις μεγαλύτερες…

-Και τι να κάμω! Να πετάξω τα αγαθά, που μου ’δωσε η γη μου!

-Πρώτα-πρώτα να σταματήσεις να αναμασάς αυτά τα ανόητα «μου»: Λέγοντας τα αγαθά «μου», τις αποθήκες «μου»,τους καρπούς «μου», τα γεννήματά «μου»! Γιατί ποιος σου είπε πως τα χωράφια είναι δικά σου; Ή μήπως είσαι συ ο δημιουργός της Γης; Δικές σας είναι οι ψευτιές και οι απάτες και οι αδικίες και οι τόσες άλλες απανθρωπιές, με τις οποίες αρπάξατε απ’ τον ένα και απ’ τον άλλο, τη γη και τα σπίτια, που χρειάζονταν, για να ζουν. Και τους πετάξατε στο δρόμο! Κι ούτε όσα υπάρχουν ή φυτρώνουν πάνω στη γη είναι δικά σας! Ή μήπως είσαι συ που δημιούργησες το ζωικό και το φυτικό βασίλειο; Πολύ περισσότερο μάλιστα, αφού τη γη δεν την καλλιεργείς με τον ιδρώτα του προσώπου σου, αλλά με τον κόπο κάποιων άλλων! Που κατακλέβεις το μεροκάματό τους. Ενώ θα ’πρεπε να μοιράζεσαι μαζί τους τ’ αγαθά που σου προσφέρει η γη! Κι όχι μόνο καινούργιες αποθήκες δεν θα ’πρεπε να σχεδιάζεις αλλά και τα γεννήματα, που βρίσκονται στις τωρινές αποθήκες, θα ’πρεπε να τα μοιραστείς μαζί τους. Και να προσφέρεις σε όσους έχουν ανάγκη. Κρατώντας για τον εαυτό σου μόνο όσα σου χρειάζονται. Έτσι ώστε ούτε εκείνοι να πεθαίνουν από την πείνα ούτε κι εσύ να πονοκεφαλάς και να χολοσκάς για τα πώς θα αποθηκεύσεις τα αγαθά «σου»…

-Κι, αν τα δώσω, πού ξέρω εγώ, αν του χρόνου και του παράχρονου και μελλοντικά η γη θα καρποφορήσει;

-Όχι μόνο του χρόνου και του παράχρονου δεν μπορείς να ξέρεις τι θα σου συμβεί, αλλά ούτε αυτό το βράδυ!

-Και σαν τι θα μπορούσα να μου συμβεί αυτό το βράδυ;

-Θα μπορούσε αυτή κιόλας τη νύχτα οι διάβολοι να ετοιμάζονται να πάρουν την ψυχή σου!…

-Και τι δουλειά έχουν οι διάβολοι με τη δική μου την ψυχή!

-Ποια δική σου ψυχή! Δεν τους την έχεις πουλήσει χιλιάδες φορές; Δεν ήσουνα σ’ όλη σου τη ζωή στην υπηρεσία τους; Ή μήπως υπηρέτησες έναν και δυο! Λεγεώνες απ’ αυτούς υπηρέτησες. Κι αφού φρόντισες να τους περιποιηθείς με όλες σου τις δυνάμεις, τώρα ήρθε η ώρα να σου ανταποδώσουν τις περιποιήσεις σου!…

-Καλά και συ ποιος είσαι, που τα ξέρεις όλα αυτά;

-Ο ξενοδόχος!

Ποιος ξενοδόχος;

-Αυτός, που φιλοξενεί τα ζουζούνια και τα χορτάρια, τα λουλούδια και τ’ αγκάθια, τα ζώα και τους ανθρώπους, τ’ αστέρια και τους γαλαξίες. Κι ανάμεσα σ’ όλα αυτά και σένα.

-Δηλαδή, θέλεις να πεις πως για μένα χτυπάει η καμπάνα!…

-Ναι, ακριβώς, αυτό θέλω να σου πω. Πως αυτή τη φορά η καμπάνα χτυπάει για εσένα! Για σένα, που φρόντισες να χορτάσεις και να κάμεις ευτυχισμένη την ψυχή σου με ψευτιές και αρπαγές και αδικίες….

Και καλά, την ψυχή σου, την έδωκες των διαβόλων να την πάρουν. ‘Όλα όμως αυτά, που είχες μαζεμένα και τα υπόλοιπα, που σκόπευες να αποθηκεύσεις μήπως μπορείς να μου πεις ποιοι θα τα απολαύσουν;

-…..

-Έχεις δίκιο να μη μπορείς να απαντήσεις. Αυτό παθαίνουν όλοι εκείνοι, που πουλάνε την ψυχή τους στο διάβολο και θυσιάζουν τους συνανθρώπους τους στο βωμό του μαμωνά.

Σε αντίθεση μ’ εκείνους, που θυσιάζουν το μαμωνά, για να βοηθούν τους συνανθρώπους τους και να κερδίσουν την ψυχή τους…

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: