των θυρών κεκλεισμένων…»

Η-ΨΗΛΑΦΗΣΙΣ-ΤΟΥ-ΘΩΜΑ_2

Ας παραδεχτούμε, μου είπε κάποιος, ότι ο Χριστός μετά την ανάστασή του εμφανιζόταν στους μαθητές του. Αλλά κάποιοι μιλούν για παρόμοιες εμφανίσεις και κάποιων κοινών θνητών και μάλιστα «κεκλεισμένων των θυρών».

Ο Χριστός, του είπα, δεν ήρθε στον κόσμο, για να κάμει επίδειξη δύναμης. Ήρθε, για να μας δείξει ότι κι εμείς μπορούμε να κάνουμε τα ίδια. Ήρθε να μας δείξει ότι ο Θεός μας έχει προικίσει με πάμπολλες δυνατότητες, που εμείς τις αγνοούμεε. Αφού τις έχουμε θάψει κάτω από βουνά δεισιδαιμονιών. Κι, όταν κάποιος έχει την επιμονή να παραμερίσει τα βουνά των σκουπιδιών και να φέρει στο φως αυτές τις δυνατότητες, , τον αντιμετωπίζουμε ως απατεώνα ή ως τρελό. Πράγμα που επισημαίνει κι ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» του με το μύθο του σπηλαίου.

-Και πώς να ανταποκριθείς σε πράγματα, τα οποία η λογική αρνείται να δεχτεί; είπε ο συνομιλητής μου.

-Δεν είναι η λογική, που αρνείται να δεχτεί, αλλά εμείς, που χρησιμοποιούμε αταίριαστα μέσα. Η λογική μας έχει μια ορισμένη εμβέλεια. Όπως η όραση και η ακοή μας. Ακούμε και βλέπουμε αυτά που υπάρχουν και συμβαίνουν σε μια ορισμένη απόσταση. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πέρα από κει, δεν υπάρχει ή δεν συμβαίνει τίποτε άλλο. Και, ακριβώς για να μπορούμε να βλέπουμε και ν’ ακούμε αυτά, που βρίσκονται και συμβαίνουν πέρα από κει που φτάνει η λογική μας, ο Θεός μας έδωσε ένα άλλο εργαλείο, παράλληλο με τη λογική, που είναι η πίστη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η λογική είναι κατώτερη από την πίστη ή ότι η λογική μπορεί ν’ αμφισβητεί ο, τι δεν εμπίπτει στο δικό της γνωστικό πεδίο. Απλούστατα σημαίνει ότι η καθεμιά τους έχει διαφορετικό ρόλο. Κι, όταν εμείς θέλουμε να εξηγήσουμε με τη λογική όλα αυτά, που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, κάνουμε το ίδιο λάθος μ’ αυτόν, που θα προσπαθούσε να ιδεί με τ’ αυτιά του ή ν’ ακούσει με τα μάτια του. Και στην περίπτωση αυτή δεν φταίνε τ’ αυτιά μας, που δεν βλέπουν ή τα μάτια μας, που δεν ακούνε, αλλά εμείς, που απαιτούμε να κάμουν αυτά, για τα οποία δεν είναι καμωμένα.

Ό άνθρωπος, μας λέει ο Παύλος, εκτός απ’ το υλικό του σώμα, έχει και το πνευματικό (Α. Κορινθίους:ιε,44). Το ίδιο και ο Γέροντας Παϊσιος παραδέχεται ότι μπορεί κάποιος με το πνευματικό του σώμα να βρεθεί σε άλλο χώρο από αυτόν στον οποίο βρίσκεται το υλικό του σώμα. Πράγμα που επιβεβαιώνεται με παρόμοια περιστατικά απ’ τη ζωή του: Πήγαν, λέγεται, στο ασκητήριό του, την Παναγούδα, κάποιοι επισκέπτες. Όπου τους υποδέχτηκε ο ίδιος και συζήτησε μαζί τους. Κι όταν στη συνέχεια εξιστόρησαν τα σχετικά με την επίσκεψή τους σε κάποιο πλησιόχωρο μοναστήρι, εκείνοι βρέθηκαν σε μεγάλη απορία, γιατί ήξεραν ότι ο Γέροντας Παΐσιος απουσίαζε. Και, όπως ήταν επόμενο, σε επίσης μεγάλη απορία βρέθηκαν και οι επισκέπτες στο ασκητήριό του.

Ακόμη αναφέρεται και το εξής περιστατικό: Κάποιος παππούς έφερε το εγγόνι του, που είχε κινητικά προβλήματα, για να το δει ο Γέροντας Παΐσιος. Δεν μπορούσε όμως να μεταφέρει το παιδί στο ασκητήριο του Γέροντα και τον παρακάλεσε να ’ρθει εκείνος στο μοναστήρι (Κουτλουμουσίου), όπου φιλοξενούνταν. Αλλά, ενώ τον περίμεναν όλη τη μέρα, τελικά δεν ήρθε. Οπότε, κατά τα μοναστηριακά ειωθότα, μετά το ηλιοβασίλεμα, κλείδωσαν την πόρτα το μοναστηριού, την οποία και άνοιξαν το πρωί με την ανατολή του ήλιου. Κι όταν, την επομένη το πρωί, ο πορτιέρης είδε τον παππού με το εγγόνι να κατεβαίνουν απ’ το κελί, του είπε:

-Τελικά, ο Γέροντας δεν ήρθε να ιδεί το παιδί…
-Ήρθε, αποκρίθηκε ο παππούς, τα μεσάνυχτα. Χτύπησε την πόρτα και είπε: Είμαι ο πατήρ Παΐσιος. Ήρθα να ιδώ το παιδί. Άνοιξα την πόρτα, μπήκε, σταύρωσε το παιδί, το ασπάστηκε στο κεφάλι και του πρόσφερε το μικρό ξύλινο εικονάκι, (που το παιδί, κατεβαίνοντας, κρατούσε στα χέρια του),κι αφού του είπε ότι θα γίνει καλά, έφυγε. Ο παππούς δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ο Γέροντας είχε μπει στο μοναστήρι «κεκλεισμένων των θυρών». Ο πορτιέρης όμως του μοναστηριού και οι άλλοι, που ήξεραν ότι ήταν αδύνατο σε όλη τη διάρκεια της νύχτας να μπει κάποιος μέσα στο μοναστήρι έμειναν έκπληκτοι…

-Μου φαίνεται απίστευτο! Είπε ο συνομιλητής μου.

-Αυτό σημαίνει, του αποκρίθηκα, ότι η «ψηλάφιση» του Θωμά αποτελεί το αιώνιο σύμβολο της σύγκρουσης ανάμεσα στη λογική και τον κόσμο του μυστηρίου. Όταν, κατέληξα, κάποιος ακούει τέτοιες αφηγήσεις με τ’ αυτιά της λογικής το πιθανότερο είναι να του φαίνονται απίστευτες. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο, γι’ αυτούς που τις ακούνε με τ’ αυτιά της πίστης. Κι όχι ασφαλώς της ευπιστίας. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Χριστός χρησιμοποιούσε συχνά στα λεγόμενά του την επωδό «ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω»! Όχι γιατί αποτεινόταν σε κουφούς, αλλά γιατί πολλοί απ’ τους ακροατές του δεν διέθεταν την ακοή της πίστης…

Και σκέφτεται κανείς στις περιπτώσεις αυτές την άβυσσο που χωρίζει τα τέκνα του θεού από τα τέκνα του σατανά. Εκ των οποίων τα δεύτερα συναγελάζονται συχνά «των θυρών κακλεισμένων» (Μπίλντεμπεργκ κλπ). Και το τι συζητούν και αποφασίζουν φαίνεται απ’ τα ολέθρια έργα τους. Και το εξόχως λυπηρό, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι εμείς σαν τους μονομάχους της ρωμαϊκής αρένας, χειροκροτούμε και ζητωκραυγάζουμε αυτούς τους κανίβαλους!…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: